Email this sample to a friend

Ξεφυσάω κοροϊδευτικά. Έχει δίκιο, τον έχω ικανό.

«Με τα υπόλοιπα λεφτά σου τι γίνεται;» ρωτάω, καθώς θυμάμαι τον πραγματικό λόγο που την καθάρισε ο Μάικ.

«Τα κληροδότησα όλα σε ένα άσυλο για γάτες, εδώ και χρόνια» μου λέει, και σκάει επιτέλους ένα πραγματικό χαμόγελο αλά-Λίντα. «Είπα στον Μάικ ότι τα άφησα σ' αυτόν, αλλά μετά άλλαξα τη διαθήκη μου για να πάνε στις γάτες – αλλιώς θα τα 'χανε στο τζόγο ή κάτι άλλο χαζό». Χαχανίζει. «Οπότε σκότωσε τη χήνα του με τα χρυσά αυγά, ο ηλίθιος!»

Αφήνω έναν αναστεναγμό. Είναι σκληρή κοπέλα, αλλά όλη αυτή η ιστορία πρέπει να την έχει πληγώσει αφάνταστα.

«Ε, ναι» μου λέει ήσυχα, κοιτώντας με.

****

(Λίντα)

Αυτά λοιπόν. Ο Μάικ είναι φυλακή, και χεσμένος απ' το φόβο του. Εδώ έξω, μπορούσε να παριστάνει τον καθώς πρέπει πολίτη. Εκεί μέσα, όλοι τον ξέρουν για μαλάκα, βλέπετε. Δεν θα τον σκοτώσουν όμως. Απλά θα του κάνουν τη ζωή κόλαση για μερικά χρόνια, κι αυτό αρκεί για ανταπόδοση. Εκτός, φυσικά, αν εκεί που θα πάω μπορώ να παίρνω άδειες μια φορά το χρόνο για να γυρνάω και να του γράφω προκλητικές φράσεις στην πλάτη. Πλάκα θα 'χε αυτό.

Είσασταν πολύ καλοί. Καθήσατε κι ακούσατε όλη αυτή τη ζοφερή ιστορία, κι ούτε μια φορά δεν με βρίσατε. Σας ευχαριστώ γι' αυτό.

Previous Page Next Page Page 48 of 49