Chapter One

Η Κατρίνα έγειρε πίσω στο κάθισμά της. Δεν ωφελούσε σε τίποτα να προσπαθεί, το σκίτσο δεν της έβγαινε με κανένα τρόπο.

Τι ανόητη που ήταν, να πιστέψει πως θα καταφέρει να τελειώσει στα ξαφνικά κι ενώ είχε χρόνια να πιάσει μολύβια και χρώματα στα χέρια της, εκείνη την εικονογράφηση που της έστειλε ο θεός και η τύχη, πάνω που είχε απίστευτη ανάγκη από λίγα χρήματα…

Ό,τι κι αν είχε κάνει για να βρει μια οποιαδήποτε μικρή δουλειά, να κερδίσει έστω και λίγα λεφτά για να πληρώσει τη θεραπεία του γιου της, στάθηκε αδύνατον. Είχε παρακαλέσει για καθαρίστρια, για αποκλειστική νοσοκόμα, για ένα βράδυ, για λίγες ώρες, για ιδιαίτερα μαθήματα. Τίποτα και μόνο αυτό, να τι είχε καταφέρει και δεν ήταν και τόσο παράξενο.

Η πόλη ήταν γεμάτη από ανθρώπους στη δική της θέση, ανθρώπους που είχαν ζήσει καλύτερα χρόνια, ευτυχισμένα νιάτα, ανέμελη παιδική ηλικία, που είχαν μάθει να θεωρούν δεδομένο το πιάτο το φαγητό, το τίμιο μεροκάματο κι αρκετά ακόμη πράγματα.

Ξαφνικά φύσηξε λαίλαπα, πέρασε τυφώνας κι όλα έγιναν μια βάναυση άγρια ζούγκλα, όπου το απλούστερο πράγμα ήταν κανείς να εγκληματήσει για ένα κομμάτι ψωμί. Αν είχες αθώες ψυχές στην ευθύνη σου, παιδιά, γέρους, ανήμπορους και δεν ήσουν ικανός να τους εγκαταλείψεις στο δρόμο όπως έκαναν πολλοί, οι επιλογές λιγόστευαν δραματικά.

Previous Page Next Page Page 2 of 40